Ισχυρές εγγυήσεις για την προστασία της μοναδικής κατοικίας απέναντι στις κατασχέσεις για χρέη προς το Δημόσιο θέτει το Συμβούλιο της Επικρατείας, με μια απόφαση που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους οφειλέτες και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο κρίνει ότι το Δημόσιο μπορεί να προχωρήσει στην κατάσχεση ακινήτου που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του, μόνον αφού έχει προηγουμένως διερευνήσει και αποκλείσει, με συγκεκριμένη τεκμηρίωση, τη δυνατότητα είσπραξης της οφειλής από άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Με την απόφαση 1404/2026 του ΣΤ΄ Τμήματος, το ΣτΕ προσδιορίζει τα όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), συνδέοντας την προστασία της κατοικίας με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την οικογενειακή ζωή και την αρχή της αναλογικότητας. Προχωρά, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα, κρίνοντας ότι η παράλειψη της απαιτούμενης έρευνας καθιστά παράνομη τόσο την κατάσχεση όσο και το επόμενο πρόγραμμα πλειστηριασμού, δίνοντας στον οφειλέτη τη δυνατότητα να προβάλει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια ακόμη και με ανακοπή κατά του τελευταίου.
Πρώτα η αναζήτηση άλλης περιουσίας και μετά η κατάσχεση της κατοικίας
Σύμφωνα με το ΣτΕ, η κατάσχεση ακινήτου που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του προϋποθέτει προηγούμενη, ουσιαστική και τεκμηριωμένη έρευνα για την ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων, πρόσφορων για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης του Δημοσίου.
Η απαίτηση αυτή απορρέει από τη συνταγματική προστασία της κατοικίας και την αρχή της αναλογικότητας. Όπως εξηγεί το Δικαστήριο, η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως η είσπραξη δημοσίων εσόδων, πρέπει να πραγματοποιείται με μέτρα που ανταποκρίνονται στις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Όταν το μέτρο οδηγεί στη στέρηση της κατοικίας, η Διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει ότι η επιλογή αυτή ήταν απολύτως αναγκαία και ότι είχαν προηγουμένως εξαντληθεί οι δυνατότητες επίτευξης του ίδιου σκοπού με ηπιότερα μέσα.
Το κρίσιμο στοιχείο, επομένως, είναι η πραγματική δυνατότητα ικανοποίησης της δημόσιας απαίτησης μέσω άλλων περιουσιακών στοιχείων. Η νομιμότητα της κατάσχεσης εξαρτάται από την προηγούμενη διερεύνηση και τον τεκμηριωμένο αποκλεισμό αυτής της δυνατότητας, όταν το ακίνητο που επιλέγεται αποτελεί αποδεδειγμένα τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη.
Η απόφαση αφορά την αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ και δεν καθιερώνει γενική εξαίρεση της μοναδικής κατοικίας από τις κατασχέσεις. Θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις νομιμότητας, τις οποίες οφείλουν να τηρούν τα αρμόδια κρατικά όργανα πριν από τη λήψη του μέτρου.
Η κατοικία συνδέεται με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την οικογενειακή ζωή
Το ΣτΕ θεμελιώνει την κρίση του στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με το άρθρο 9 παρ. 1 για την προστασία της κατοικίας.
Κατά το Δικαστήριο, η κατοικία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της προσωπικής ασφάλειας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικής και οικογενειακής ζωής. Για τον λόγο αυτό, απολαμβάνει ιδιαίτερη κρατική μέριμνα, η οποία συνδέεται με την υποχρέωση όλων των κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, όταν η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος συνεπάγεται τη στέρηση της κατοικίας ενός προσώπου, πρέπει να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η συνταγματική αυτή εγγύηση καλύπτει κάθε πράξη που αποβλέπει στην υλοποίηση του μέτρου και κάθε στάδιο της σχετικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από το κρατικό όργανο που την εκδίδει. Έτσι, ο έλεγχος της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας αποκτά σημασία τόσο κατά την επιβολή της κατάσχεσης όσο και κατά τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Πώς μια παράνομη κατάσχεση συμπαρασύρει τον πλειστηριασμό
Μία από τις σημαντικότερες παραδοχές της απόφασης αφορά τις συνέπειες της παράνομης επιλογής της μοναδικής κατοικίας ως αντικειμένου κατάσχεσης.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ότι, όταν η Διοίκηση προχωρά στην κατάσχεση χωρίς να έχει προηγουμένως ερευνήσει και αποκλείσει τεκμηριωμένα την ύπαρξη άλλων κατάλληλων περιουσιακών στοιχείων, η παρανομία επηρεάζει και τις επόμενες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταξύ των οποίων το πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Η πλημμέλεια, δηλαδή, εκτείνεται πέρα από την αρχική κατασχετήρια έκθεση. Κατά το Δικαστήριο, το πρόγραμμα πλειστηριασμού πάσχει και αυτοτελώς, καθώς αποτελεί επόμενο στάδιο μιας διαδικασίας που στηρίχθηκε στην παράνομη επιλογή της μοναδικής κατοικίας.
Η κρίση αυτή ισχύει ακόμη και όταν έχει προηγηθεί παράταση των προθεσμιών της διαδικασίας για σπουδαίο λόγο. Το ΣτΕ επισημαίνει ότι η σχετική δυνατότητα παράτασης, η οποία υπηρετεί επίσης την προστασία της κατοικίας, προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση έγκυρη κατάσχεση. Κατά συνέπεια, η παράταση των προθεσμιών δεν θεραπεύει την αρχική παρανομία.
Ανακοπή για πρώτη φορά κατά του προγράμματος πλειστηριασμού
Ξεχωριστή σημασία έχει η δικονομική κρίση του ΣτΕ, καθώς αφορά το στάδιο στο οποίο μπορεί ο οφειλέτης να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Κατά κανόνα, οι πράξεις της διαδικασίας προσβάλλονται αυτοτελώς, στο στάδιο που προβλέπει ο νόμος, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ομαλή εξέλιξη της εκτέλεσης. Ωστόσο, το ΣτΕ δέχεται ότι η συγκεκριμένη παρανομία παρουσιάζει μια ιδιαίτερη δικονομική διάσταση, αφού αφορά αυτοτελώς και το πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Έτσι, ο οφειλέτης μπορεί, καταρχήν, να προβάλει για πρώτη φορά με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού τον ισχυρισμό ότι κατασχέθηκε η μοναδική κατοικία του χωρίς προηγούμενη διερεύνηση άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η δυνατότητα αυτή συμβιβάζεται με την αρχή της κατά στάδια προσβολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Η πλημμέλεια, λόγω της φύσης και της συνταγματικής σημασίας της, αφορά και τη νομιμότητα της μεταγενέστερης πράξης που οδηγεί στον πλειστηριασμό.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο της συγκεκριμένης παρανομίας ακόμη και στο στάδιο προσβολής του προγράμματος πλειστηριασμού, υπό τις δικονομικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την ανακοπή.
Το ΣτΕ προσδιορίζει και τις συνέπειες της αποδοχής ανακοπής που στηρίζεται στη συγκεκριμένη πλημμέλεια.
Το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακυρώνεται, ενώ η προηγούμενη έκθεση κατάσχεσης καθίσταται ανενεργή. Πρόκειται για συνέπεια που συνδέεται με την παράνομη επιλογή της μοναδικής κατοικίας ως μέσου ικανοποίησης της απαίτησης του Δημοσίου.






