Τι κοινό έχουν ένας βράχος, ένα μονοπάτι και μια μελιτζάνα
Γράφει ο Ηλίας Σιώλης
Τον Ιανουάριο, τότε που η υπόλοιπη τουριστική Ελλάδα έχει κατεβάσει ρολά, στο Λεωνίδιο δεν βρίσκεις εύκολα δωμάτιο. Έρχονται αναρριχητές από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Κορέα, για να σκαρφαλώσουν σε βράχους που πριν από δεκαπέντε χρόνια τους κοιτούσαμε χωρίς να τους βλέπουμε. Σήμερα εκεί υπάρχουν πάνω από δυόμισι χιλιάδες αναρριχητικές διαδρομές, μια πόλη που ξανάκουσε ξένες γλώσσες στην πλατεία της, και μαγαζιά που δουλεύουν τον χειμώνα. Κανένας υπουργός δεν το εξήγγειλε αυτό. Έγινε.
Λίγο πιο πέρα, στη Γορτυνία, το Menalon Trail έγινε το πρώτο ελληνικό μονοπάτι που πιστοποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πεζοπορίας ως ένα από τα κορυφαία της Ευρώπης. Εβδομήντα πέντε χιλιόμετρα, εννιά χωριά, δεκάδες παράμετροι ελέγχου, χιλιάδες ώρες δουλειάς από ανθρώπους που σήμαναν, καθάρισαν, χαρτογράφησαν και επέμειναν. Και στο Λεωνίδιο πάλι, το Μελιτζάzz γιόρτασε φέτος τα δεκατέσσεραά του χρόνια — δωρεάν για τον κόσμο, στημένο στις πλατείες και στα σοκάκια, με θέμα φέτος, πολύ εύστοχα, τις «Κοινότητες».
Στην Πιάνα, στον Ξενώνα Παπανικόλα, ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης και η Ευαγγελία Πατίτσα κρατούν ζωντανό ένα σπίτι που τους παρέδωσε η προηγούμενη γενιά, δουλεύοντας σοβαρά με τη γαστρονομία και τη βιωματική φιλοξενία. Βάλτε δίπλα τα οινοποιεία της Μαντίνειας, το Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, τα εργαστήρια που δεν έκλεισαν. Δεν είμαστε τόπος χωρίς παραδείγματα. Είμαστε τόπος με εξαιρετικά παραδείγματα που δεν μιλούν μεταξύ τους.
Γιατί αυτό είναι, νομίζω, το πραγματικό μας πρόβλημα. Δεν είναι η έλλειψη. Είναι η ασυνέχεια.
Τι κοινό έχουν λοιπόν ο βράχος, το μονοπάτι και η μελιτζάνα; Τρία πράγματα, και κανένα τους δεν είναι χρηματοδότηση. Πρώτον, κανένα δεν περίμενε το μεγάλο έργο· ξεκίνησαν από ανθρώπους που είπαν «ας το κάνουμε εμείς». Δεύτερον, όλα στηρίχτηκαν σε βαρετή, ανιαρή, επαναλαμβανόμενη δουλειά: σήμανση, καθάρισμα, άδειες, τηλέφωνα, συνεννοήσεις, χρόνια συνέπειας. Τρίτον, και το σημαντικότερο, κανένα δεν το έκανε ένας μόνος του. Χρειάστηκαν δεκάδες άνθρωποι που συμφώνησαν σε κάτι κοινό, παρότι ο καθένας είχε το δικό του μαγαζί και τη δική του γνώμη.
Δεν το λέω μόνο εγώ. Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, μιλώντας για το τι θα άλλαζε στον τόπο, στάθηκε σε κάτι βασικό: «Να υπάρχει μεγαλύτερη συλλογικότητα μεταξύ των επαγγελματιών». Το λέει άνθρωπος που τα καταφέρνει, όχι κάποιος που παραπονιέται. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της Αρκαδίας — και δεν λύνεται με χρήματοδοτήσεις, ΔΑΠ και άλλα της εποχής και της ανάγκης.
Ναι, υπάρχουν και οι χαμένες ευκαιρίες. Δύο χιλιόμετρα έξω από την Τρίπολη υπάρχει ένας διάδρομος προσγείωσης, όπου η πρώτη πολιτική πτήση από την Αθήνα είχε φτάσει το 1948. Το 2013 μας ανακοίνωναν ότι το πολιτικό αεροδρόμιο «προετοιμάζεται και θα βγει πολύ γρήγορα», το 2014 μια υπουργική απόφαση το μετέτρεψε στα χαρτιά σε μεικτής χρήσης, και από τότε τίποτα. Δεν αξίζει όμως να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα, και υπάρχει ένας πολύ πρακτικός λόγος: τίποτα από όσα πέτυχαν στην Αρκαδία δεν χρειάστηκε αεροπλάνο. Ο αναρριχητής που έρχεται τον Ιανουάριο κάνει τρεις ώρες δρόμο και έρχεται. Το ερώτημα δεν είναι πώς θα φτάσουν πιο γρήγορα. Είναι τι θα βρουν όταν φτάσουν.
Επιτρέψτε μου και ένα παράδειγμα από τα δικά μου. Ρωτήστε εκατό ανθρώπους τι είναι η Μεγαλόπολη και οι ενενήντα θα σας πουν «η ΔΕΗ» — και οι μισοί θα προσθέσουν «που μας τελείωσε». Κανείς δεν θα πει Λυκόσουρα, την πόλη που ο Παυσανίας θεωρούσε αρχαιότερη του κόσμου. Κανείς δεν θα πει το Λύκαιο, όπου γίνονταν αθλητικοί αγώνες από τα βάθη της αρχαιότητας. Κανείς δεν θα θυμηθεί ότι στην ίδια τη Μεγαλόπολη σώζεται το μεγαλύτερο αρχαίο θέατρο της Ελλάδας, με χωρητικότητα είκοσι χιλιάδων θεατών. Ούτε το Λεοντάρι και τη Βελιγοστή με τη βυζαντινή τους ιστορία, ούτε το Βάστα, τον Ίσαρη, τους Χράνους. Και σχεδόν κανείς δεν θα πει τον Καράτουλα — ένα χωριό όπου το τυροκομείο του Σταυρόπουλου φτιάχνει γραβιέρα που έχει πάρει χρυσό βραβείο και έχει τραβήξει ως εδώ γαλλικά τηλεοπτικά συνεργεία. Αφήσαμε μια βιομηχανία να γίνει ολόκληρη η ταυτότητά μας, και όταν εκείνη κατέβασε διακόπτες νιώσαμε ότι δεν μας έμεινε τίποτα, ενώ γύρω μας ήταν πάντα εκεί όλα τα υπόλοιπα.
Και η ειρωνεία είναι πικρή. Η αρχαία Μεγαλόπολη δεν ήταν πόλη που μεγάλωσε μόνη της· ιδρύθηκε επίτηδες, τον 4ο αιώνα π.Χ., από δεκάδες μικρές αρκαδικές κοινότητες που αποφάσισαν να συγκατοικήσουν για να αντέξουν. Στο Θερσίλιό της συνεδρίαζε η συνέλευση των Μυρίων, το κοινό όργανο των Αρκάδων. Ο τόπος μας δηλαδή έχει ήδη δώσει, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, την απάντηση στο ερώτημα που μας βασανίζει σήμερα. Απλώς την ξεχάσαμε.
Γιατί να δούμε και τι συμβαίνει σήμερα ανάμεσα στα καλά μας. Ο πεζοπόρος που περπατά στο Menalon Trail, σπάνια μαθαίνει ότι λίγες ώρες πιο κάτω υπάρχει ένας από τους σημαντικότερους αναρριχητικούς προορισμούς της Ευρώπης. Ο αναρριχητής του Λεωνιδίου φεύγει χωρίς να έχει δοκιμάσει τίποτα από τη Γορτυνία. Ο επισκέπτης που ανεβαίνει Τρίτη απόγευμα σε ένα χωριό βρίσκει το μαγαζί κλειστό από τις δύο, τον ναό κλειδωμένο με το κλειδί σε κάποια κυρία «πιο κάτω», και μια πινακίδα μονοπατιού που δείχνει προς έναν δρόμο που τελειώνει σε φράχτη. Δεν είναι ότι δεν έχουμε. Είναι ότι ανάμεσα στα καλά μας υπάρχει κενό, και το κενό το πληρώνουμε όλοι.
Για να γεμίσει αυτό το κενό δεν χρειάζεται όραμα. Χρειάζονται τα ίδια βαρετά που έκαναν οι άλλοι πριν από εμάς. Να ξέρει το κάθε κατάλυμα πού στέλνει τον πελάτη του το βράδυ που δεν σερβίρει το ίδιο. Να μη ρεπάρουν δύο μαγαζιά της ίδιας πλατείας την ίδια μέρα. Να ανοίγει ο ναός σε ώρα που τη γνωρίζει το χωριό. Να υπάρχει ένα χαρτί, ένα, με τα τηλέφωνα και τα ωράρια. Να καθαρίζεται το μονοπάτι δύο φορές τον χρόνο. Και να ξέρει ο καθένας μας τι υπάρχει σαράντα χιλιόμετρα παραπέρα, ώστε να μπορεί να το προτείνει.
Το εμπόδιο σε όλα αυτά είναι γνωστό και δεν είναι οικονομικό. Έχουμε μάθει να βλέπουμε τον διπλανό μας ως ανταγωνιστή: το κατάλυμα απέναντι, το χωριό δίπλα, τον δήμο παραπέρα. Είναι λογικό, μας το δίδαξε μια δύσκολη ιστορία. Είναι όμως και αυτοκτονικό, γιατί ο επισκέπτης δεν διαλέγει ανάμεσα σε δύο αρκαδικούς ξενώνες. Διαλέγει ανάμεσα στην Αρκαδία και στην Ήπειρο, τα Καρπάθια και τη Χίο, την Καλαμάτα, την Εσθονία. Αν δεν κερδίζουμε στην σύγκριση, ο μεταξύ μας ανταγωνισμός είναι καβγάς για το ποιος θα κλείσει τελευταίος.
Και κάτι ακόμη, που το ξέρουμε αλλά το ντρεπόμαστε: η φιλοξενία εδώ δεν ήταν ποτέ επάγγελμα, ήταν κώδικας. Ήταν το πιάτο που έμπαινε στο τραπέζι πριν προλάβεις να πεις όχι. Αυτό δεν διδάσκεται σε σεμινάριο και δεν μπορεί να μας το αντιγράψει κανένας προορισμός στον κόσμο. Ο κίνδυνος δεν είναι να μη μας ανακαλύψουν. Είναι να μας ανακαλύψουν πριν αποφασίσουμε τι θέλουμε να κρατήσουμε.
Δεν γράφω έχοντας την απάντηση. Γράφω επειδή, γυρίζοντας στα χωριά και μιλώντας με ανθρώπους που κρατούν ανοιχτά μαγαζιά, στάνες, ξενώνες και εργαστήρια, κατέληξα ότι την απάντηση δεν την έχει κανείς μας ολόκληρη. Ο ένας ξέρει το μονοπάτι, ο άλλος την ιστορία, ο τρίτος πώς κρατάς έναν ξένο μια μέρα παραπάνω. Στο Λεωνίδιο, στη Γορτυνία, στην Πιάνα απέδειξαν ότι όταν αυτά τα κομμάτια μπουν στο ίδιο τραπέζι, γίνονται πράγματα που μας ξεπερνούν.
Αυτό ζητάω με το κείμενο αυτό, και τίποτα άλλο: να καθίσουμε στο τραπέζι. Στον σύλλογο, στην ενορία, στο δημοτικό συμβούλιο, σε ένα καφενείο ένα απόγευμα του χειμώνα. Να δούμε ποιος κάνει τι, και τι από τα βαρετά αναλαμβάνει ο καθένας.
Λέμε «η Αρκαδία μας, η φιλοξενία μας». Το κτητικό εκεί δεν είναι καμάρι, είναι ευθύνη — και είναι στον πληθυντικό.
Ο Ηλίας Σιώλης είναι από τα Παραδείσια και συμμετέχει στο Δίκτυο Αρκαδικής Φιλοξενίας, μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που προσπαθεί να βάλει αυτά τα κομμάτια στο ίδιο τραπέζι.
Tags:
Ηλίας Σιώλης,Σχετικά Άρθρα
- Σουλάρι | Ενημέρωση πολιτών για την πρόληψη και την Πυροσβεστική Παιδεία από την Παρασκευή Βοϊτσίδου
- Η 6η Υγειονομική Περιφέρεια για το νέο ξεκίνημα στο Ιατρείου Δάρα! (εικόνες)
- Σύλλογος Φιλοπρόοδων Βυτίνας | Ευχαριστίες για τη συμμετοχή στην εθελοντική αιμοδοσία στο περιφερειακό ιατρείο
- Σημείο πολιτιστικής συνάντησης η Δημητσάνα με τη μουσική βραδιά - αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι (εικόνες)
- Οι Καλοκαιρινές Μουσικές Βραδιές συνεχίζονται στο Καστρί






