Παλιοταβερνάκια τού «πάρε κι έλα» στην Τρίπολη!
Ο φίλος μου, ο Μπιλ:
– Πήγα στο μαγαζί, του Μίλτου, στο κέντρο της Τρίπολης· φάγαμε με τη γυναίκα μου μια πίτσα, μία πατάτες τηγανιτές, μια μακαρόνια, ψωμί και μια μπύρα και πληρώσαμε 20 ευρώ. Το σέρβις ταχύτατο και ευγενικό, το μαγαζί πεντακάθαρο και με γούστο…
Ο ίδιος, ο Μίλτος, μετά δυο μέρες:
– Από περιέργεια, χθες βράδυ, πήγαμε στο μαγαζί του «Πέλοψ» και φάγαμε τα ίδια… πληρώνοντας 24 ευρώ… Το μαγαζί κατώτερο και το φαγητό, άσε που κάναμε μια ώρα να φάμε…
Τ’ ανωτέρω, κάποτε, ο κοσμάκης, δεν τα «σιούραγε»… Είχε λεφτά, πήγαινε εδώ, πήγαινε εκεί, πλήρωνε…, και για το «στραβά κάθοντ’ οι κότες» και για «ψύλλου πήδημα» καβάλαγε τ’ όχημα κι έφτανε στ’ Ανάπλι… και στου «Αραπάκου» ή στου «Σαββούρα» σαβούρωνε… συναγρίδες και μπαρμπούνια…
Σήμερα, τα πράγματα δυσκόλεψαν κατά πολύ, που, πλέον, ο καθείς αλλάζει μαγαζί για μισό ευρώ! Πολύ πιο εύκολα, σου το κάνουν αυτό ταβερνιάρη όταν, για χρόνια, παρουσιάζεις το ίδιο μενού, έχεις ακάθαρτες τουαλέτες, είσαι ακριβός, το σέρβις σου είναι «αργοκίνητο καράβι»…
Ας το καταλάβουμε, ότι τα «περασμένα μεγαλεία»… δηλ. του να γεμίζουμε το συρτάρι μας, να κλέβουμε το κράτος και τον πελάτη, τέλειωσαν! «Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του»… Και να θελε, ο κόσμος… δεν έχει λεφτά, οπότε ψάχνει να τη βρει, να συναντηθεί με το φίλο, να συζητήσουνε και «κλάψουνε» από κοινού τη μοίρα τους…, οπότε μ’ ένα κατρούτσο κρασί και με μία αμπελοφάσουλα ή ρεβίθια.., τη βρίσκουνε αμφότεροι…
Ένα, δύο, τρία… τέτοια μαγαζιά λείπουνε από την Τρίπολη… που, αν υπήρχαν, θα μάζευαν το σημερινό λιγοστό χρήμα… Λείπει ένας «Κολλιόγιαννης» ή μια «Κατάραινα»… Δε χρειάζονται, σήμερα, να διαθέτεις «λαγούς με πετραχήλια»…· μ’ ένα μπακαλιαράκι, μια φέτα και λίγα χόρτα, λίγες πατάτες… αυτό αν είναι το καθημερινό ταβερνιάρικο μενού σου, αγαπητέ καταστηματάρχη, και με κρασάκι καλό, αρκεί για να βγάλεις το μεροκάματο…
Για να μην πάμε στα, μέχρι το ’70, παλιοταβερνάκια τού «πάρε κι έλα»… που αγόραζες δυο αντζούγιες στον μπακάλη, λίγη φέτα και ένα πενηνταράκι χάσικο ψωμί… και βυθιζόσουνα στην υπόγα για μια κούπα κρασί… λέγοντας τον πόνο σου και σιγοτραγουδώντας «Μη με βαράτε, ρε παιδιά, για ‘να παλιό σακάκι…» ή το άλλο «Πάρε γιατρέ τα γιατρικά / και άμε στη δουλειά σου / τον πόνο που ‘χω στην καρδιά / δε γράφουν τα χαρτιά σου…”.
Ναι· σήμερα, ο λαουτζίκος θέλει να βγάλει το «ντέρτι» του… Έτσι, καθόλου απίθανο, να επανεμφανιστούν οι υπόγες τού «πάρε κι έλα» ώστε ν’ αναδύεται ο άλλος με μείον 2-3 ευρώ…! Θα μου ‘πεις, τότε υπήρχανε ο «Βράχος» κι ο «Χασομέρης», ο «Ντινάκιας» κι ο «Γιαλής», ο «Γιαγιάννος» κι ο «Μπρίκης»….· σήμερα; σήμερα, μην ανησυχείτε, θα εμφανιστούν διάδοχοι, όπως: ο Δημητράκης, η Καλλιρόη παρέα με τον Μπάμπη, ο Γιαννάκης… Δεν το ‘χετε καταλάβει…· όπου να ‘ναι φτάνουμε στο «αμήν»!
1 σχόλιο
-
Καλά τα λές φίλε μου αλλά και να θέλει κανείς μαγαζάτορας να το κάνει έτσι, δε βοηθάει το κράτος.Και πιο συγκεκριμένα, άν πάρεις απο το σπίτι σου κάτι φαγώσιμο και το πάς στην ταβέρνα να το φάς με κανένα φίλο και κατα λάθος μπει στο μαγαζί το ΣΔΟΕ, τώτε ο μαγαζάτορας πρέπει να το κλείσει το μαγαζί, αφού δεν θα έχει τιμολόγια αγοράς για τις πρώτες ύλες και αφου δεν θα έχει κόψει απόδειξη για το ΄΄μεζέ΄΄.






