Menu
RSS
Τρίτη, 17/03/2026
kalimera-arkadia logo
kalimera Arkadia Facebook pageKalimera Arkadia TwitterKalimera Arkadia YouTube channel
ΚΤΕΛ Αρκαδίας
kalimera728

«Η λογοτεχνία θα κάνει κάτι για την κρίση από τη μεθεπόμενη γενιά» λέει ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός από το Καστρί

«Η λογοτεχνία θα κάνει κάτι για την κρίση από τη μεθεπόμενη γενιά» λέει ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός από το Καστρί

«Η λογοτεχνία δεν γίνεται εν βρασμώ» και μόνο οι επόμενες συγγραφικές γενιές θα είναι σε θέση να κάνουν κάτι για την κρίση, πιστεύει ο Θανάσης Βαλτινός (γεννημένος στο Καστεί Κυνουρίας).

Σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο συγγραφέας λέει πως το μυθιστόρημά του «Ορθοκωστά», που προκάλεσε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 τον ξεσηκωμό της αριστερής κριτικής, έσπασε ένα μεγάλο ταμπού: την πεποίθηση ότι ο Εμφύλιος έγινε από τους μισούς κακούς Έλληνες, σε βάρος των άλλων μισών καλών Ελλήνων. Ο Θ. Βαλτινός μνημονεύει επίσης τις οφειλές του στα βιβλικά κείμενα και στο δημοτικό τραγούδι, σημειώνοντας πως η ποιητική αίσθηση την οποία αποπνέει συχνά η πεζογραφία του οφείλεται στη γοητεία την οποία του άσκησε όταν ήταν παιδί ο προφορικός λόγος κάποιων αγράμματων ανθρώπων από το κοντινό του περιβάλλον.

Ερ: Μετά το βιβλίο σας «Ανάπλους», το οποίο κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια του 2012 και απασχόλησε ιδιαιτέρως την κριτική, μοιάζει να επιστρέφετε στον κόσμο τον οποίο αναδείξατε πριν από είκοσι περίπου χρόνια με την «Ορθοκωστά» (1994). Ο λόγος είναι για τον Εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Στην «Ορθοκωστά» προσεγγίσατε τον Εμφύλιο μέσω μιας σειράς μαρτυριών, στον «Ανάπλου» τον πλησιάζετε μέσω της ατομικής μνήμης και της προσωπικής εμπειρίας. Πώς θα συνδέατε τις δύο προσεγγίσεις;

Απ: Ο «Ανάπλους» ολοκληρώνει την «Ορθοκωστά». Τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν έχουν σκιάσει τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία μου. Παρουσιάζονται ωστόσο αποπροσωποποιημένα και αποκομμένα το ένα από το άλλο, παρά τις συχνές συνάφειές τους. Αυτό ήταν επιλογή. Τα διάφορα κεφάλαια –από μια γραμμή έως και πολλές σελίδες- εκτίθενται αυτόνομα, χωρίς εξηγήσεις και χωρίς ερμηνείες. Ως όγκοι ενός υλικού που κουβαλάει μέσα του τα στοιχεία που το δικαιώνουν. Πρόκειται για σαφή λογοτεχνική αντιμετώπισή του. Το λέω αυτό σε σχέση με την πλημμυρίδα των κραυγών που ακούστηκαν τότε. Κάποιος έγραψε ολόκληρο βιβλίο για να αμφισβητήσει την ιστορική αλήθεια αυτού του υλικού. Αν είναι δυνατόν. Τέτοια σύγχυση.

Ο «Ανάπλους» περνάει στην άλλη όχθη. Ο συγγραφέας είναι παρών. Είναι αυτόπτης. Βιογραφείται μυθολογώντας. Αυτό κάνει πιο λεπτή τη θέση του. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις βασική επιδίωξη ήταν ο ζόφος του ιστορικού χρόνου να υπερκεραστεί λογοτεχνικά, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο τραγικό αίσθημα και την πλησμονή ποίησης που εκλύονται από τέτοιες ακραίες καταστάσεις.

Ερ: Η «Ορθοκωστά» προκάλεσε μιαν έντονη πολιτική διαμάχη, καθώς ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς τη θεώρησε απολογία της νικήτριας παράταξης του Εμφυλίου. Εν έτει 2013 πιστεύετε πως βαδίζουμε πλέον σε έναν άλλο δρόμο ως προς τη στάση μας απέναντι στον Εμφύλιο; Έχει μήπως έρθει ο καιρός για έναν νηφαλιότερο στοχασμό;

Απ: Νομίζω ότι έχουν αλλάξει ριζικά τα πράγματα. Η «Ορθοκωστά» είναι η πρώτη απόπειρα να οριοθετηθούν οι ευθύνες ενός Εμφυλίου χωρίς μονομέρειες και δογματισμούς. Το σοκ που δημιουργήθηκε είναι τεράστιο. Ένα μεγάλο, καλοπροαίρετο κοινό ήταν πεπεισμένο ότι ο Εμφύλιος έγινε από τους μισούς κακούς Έλληνες σε βάρος των άλλων μισών καλών Ελλήνων. Τελεία και παύλα. Πριν είκοσι περίπου χρόνια αυτά. Έκτοτε έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από τα διάφορα γεφύρια – της Ευρώπης κυρίως. Πρόπερσι στα Α.Σ.Κ.Ι., το ξέρεις πολύ καλά, οργανώθηκε ένα σεμινάριο με επίκεντρο την «Ορθοκωστά». Το πιστεύω ότι βρισκόμαστε στην εξέλιξη ενός νηφαλιότερου στοχασμού. Σ’ αυτό σημαντικό ρόλο έχουν παίξει άνθρωποι με σοβαρό δημόσιο λόγο, κριτικοί και σχολιαστές γενικότερα. Βεβαίως εστίες αντίστασης σε μια τέτοια τάση υπάρχουν ακόμα, είναι φυσικό.

Οι ιστορικές διαψεύσεις είναι πικρές. Συχνά πικρότερες από τις προσωπικές. Αυτό οδηγεί στο πείσμα και την άρνηση. Πρόκειται για μια άλλη μορφή τραγωδίας. Το βρίσκω φυσικό να υπάρχουν τέτοιες εστίες αλλά λιγοστεύουν ραγδαία και εξαντλούνται.

Ερ: Εδώ και μια δεκαετία περίπου έχει ξεκινήσει ένας καινούργιος γύρος της πεζογραφίας για τον Εμφύλιο, ο οποίος απασχολεί όλο και συχνότερα τις νεώτερες γενιές. Πιστεύετε ότι έχει παίξει η «Ορθοκωστά» κάποιον ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση και αν ναι, ποιον ακριβώς;

Απ: Πιστεύω ότι η «Ορθοκωστά» ακύρωσε ένα ταμπού: Εμείς οι καλοί. Έχουμε πάντα δίκιο. Δεν κάνουμε ποτέ λάθη. Οι κακοί θα ψήνονται εσαεί στην γέννα του πυρός. Αυτός ο τρομοκρατικός ιδεολογικός μανιχαϊσμός δεν υπάρχει πια. Είναι φυσικό οι νέοι συγγραφείς να κοιτάζουν πίσω, να αναρωτιούνται και κυρίως να δοκιμάζονται. Χωρίς πια τον βαθειά ριζωμένο φόβο της ιεροσυλίας. Η «Ορθοκωστά» τούς έστρωσε το δρόμο. Πιθανότατα λειτουργεί και ως πρόκληση. Πρόκληση να αναμετρηθεί κανείς μαζί της.

Ερ: Η πεζογραφία σας έχει κάποιες πλευρές τις οποίες η πολιτική συζήτηση έτεινε να επισκιάσει τα τελευταία χρόνια. Η ατομική μοίρα, ο έρωτας, η αναμέτρηση με την τύχη, το υπαρξιακό άγχος προβάλλουν έντονα σε έργα σας όπως το «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο» (1986), το «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν» (1992) και τα «Φτερά μπεκάτσας» (1993). Το ίδιο ισχύει εν μέρει και για τα «Στοιχεία για τη δεκαετία του ‘60» (1989) μολονότι το συλλογικό στοιχείο είναι εδώ περισσότερο τονισμένο. Πώς σχολιάζετε τα έργα αυτά και πού ακριβώς θα τα εντάσσατε;

Απ: Έχω υποστηρίξει –και όχι χαριτολογώντας- ότι η «Κάθοδος των εννιά» είναι μια ερωτική ιστορία. Θα το ξανάλεγα. Ξεγελάει βεβαίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο φανερώνεται ο έρωτας ή ο ερωτισμός. Στοιχεία που συχνά μπορεί να λειτουργούν σε ένα κείμενο εντελώς μετωνυμικά. Μου είναι δύσκολο να διαχωρίζω τα βιβλία μου. Ίσως είναι συγγραφική αδυναμία. Όπως επίσης να τα κατατάσσω σε κατηγορίες. Θεωρώ, ας πούμε, τα «Φτερά μπεκάτσας» βαθύτατα πολιτικό βιβλίο. Πρόκειται ωστόσο, απλά, για έναν σκληρό συζυγικό καυγά. Φυσικά η άποψη του συγγραφέα δεν είναι ποτέ δεσμευτική.

Ο πρώτος και ο δεύτερος «Ανδρέας Κορδοπάτης» (ο πρώτος δημοσιεύεται το 1964 και ο δεύτερος το 2000) είναι δύο πεζογραφήματα με κοινό ιστορικό ορίζοντα και με κοινό πρωταγωνιστή (τουλάχιστον μέχρι ένα ορισμένο σημείο), αλλά κατά τα άλλα αποδεικνύονται εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Πώς θα ορίζατε τις διαφορές και πώς θα τα συσχετίζατε, αν μπορούμε να τα συσχετίσουμε, με το «Ημερολόγιο 1836-2011» (2001) και τον «Τελευταίο Βαρλάμη» (2010), που κινούνται επίσης σε μεγάλες ιστορικές επιφάνειες;

Ο πρώτος «Κορδοπάτης» είναι η προσωπική ιστορία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Ο δεύτερος είναι η ιστορία ενός λαού μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Υπάρχει βεβαίως η γλώσσα που μπορεί να λειτουργεί ενοποιητικά. Η γλώσσα καλείται πάντα να σηκώσει το τεράστιο φορτίο της συγγραφικής αμηχανίας. Το «Ημερολόγιο» καλύπτει ένα χρονικό άνοιγμα 175 χρόνων. Όμως εδώ οι τόνοι γίνονται πιο προσωπικοί, ιδιωτικοί περίπου. Το χάσμα είναι ιδιαίτερα ευρύ και μπορεί να γεμίσει με νοσταλγία μόνον και συγκινήσεις που προκαλεί η αίσθηση της ροής του φθοροποιού χρόνου.

Για τον «Τελευταίο Βαρλάμη» θα έλεγα απλά ότι επιβεβαιώνει τις συγγραφικές εμμονές μου, οριοθετώντας ένα χώρο, γεωγραφικά και ιστορικά, τον οποίο αισθάνομαι να κουβαλάω στους ώμους μου ως ένα είδος μόρου.

Ερ: Έχει γραφεί κατ’ επανάληψη πως ο πεζογραφικός σας λόγος έχει ως βασικό του θεμέλιο την προφορικότητα και την καθημερινή ομιλία. Πόσο ασπάζεστε αυτή την άποψη;

Απ: Ομολογώ ως δασκάλους μου τα βιβλικά κείμενα, το δημοτικό τραγούδι και μερικούς κοντινούς ανθρώπους, όταν ήμουν παιδί, κατά πλειονότητα αγραμμάτους. Σ’ αυτούς τους τελευταίους οφείλω την οξυμένη αίσθηση για την ποίηση που κουβαλάει η γλώσσα, τις τεράστιες δυνατότητές της να υπερβαίνει ό,τι περιγράφει και να μεγαλύνει τον κόσμο μέσα στον οποίο λειτουργεί. Όμως ο γραπτός λόγος είναι λόγος σμιλεμένος. Απαραιτήτως. Οικειοποιείται απλώς στοιχεία από το περιρρέον κλίμα του προφορικού, τα στοιχεία της γοητείας του και τα εντάσσει στο δικό του σύστημα. Τα στοιχεία αυτά χοντρικά είναι οι σιωπές του ομιλητή, η έκφραση του προσώπου του, ο τόνος της φωνής, τα χάσματα και οι ασυνέπειες στη ροή των όσων λέγονται, τα γλωσσικά και συντακτικά λάθη. Αυτά πρέπει να εκμεταλλευτεί κάθε φορά ο συγγραφέας.

Ερ: Σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα για τον «Ανάπλου» διαβάσατε σύντομα αποσπάσματα από καινούργια γραπτά σας. Τι ακριβώς ετοιμάζετε;

Απ: Ήσαν μικρά διηγήματα μίας, το πολύ δύο, σελίδων. Θα ενταχθούν μαζί με παλιότερα σε μια καινούργια συλλογή. Σ’ αυτήν σκέφτομαι να συμπεριλάβω και ένα πρώιμο κείμενό μου, γραμμένο το 1955 στα βουνά της ανατολικής Μακεδονίας.

Ερ: Πιστεύετε πως η λογοτεχνία είναι σε θέση να κάνει κάτι με την κρίση;

Απ: Ναι, από τη μεθεπόμενη γενιά. Η λογοτεχνία δεν γίνεται εν βρασμώ.

Β. Χατζηβασιλείου

ΑΠΕ ΜΠΕ

Προσθήκη σχολίου

Επιστροφή στην κορυφή

Διαβάστε επίσης...