Menu
RSS
Παρασκευή, 06/02/2026
kalimera-arkadia logo
kalimera Arkadia Facebook pageKalimera Arkadia TwitterKalimera Arkadia YouTube channel
ΚΤΕΛ Αρκαδίας
kalimera728

Αναμνήσεις από την παλιά Τρίπολη…

Αναμνήσεις από την παλιά Τρίπολη…

Aπό αυτό το βιβλίο «Στον κύκλο των αναμνήσεων» κατά καιρούς θα δημοσιεύσουμε αποσπάσματα…· καθ’ ότι Τριπολιτσιώτικο το περιεχόμενο, καθόλα, του 20ού αιώνα! Ο λόγος; μα για να μαθαίνουνε οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι… Είναι καλογραμμένο, κατανοητό… αλλά και τα ήθη κι έθιμα των γειτονιών της πόλης μας, πού τα βάζεις; ας ξεκινήσουμε λοιπόν:

Γεννήθηκα στην Τρίπολη. Ο πατέρας μου λεγόταν Σωτήριος, γεννήθηκε σ’ ένα χωριό, Σημειάδες της Μαντινείας, κοντά στην Τρίπολη. Στο χωριό του, όπως μας έλεγε, έμεινε ως δέκα χρονώ. Έπειτα, κάποιος θείος του τον έφερε στην Τρίπολη, γιατί έμεινε ορφανός από μάνα και από πατέρα. Τον έβαλε υπηρετάκο σ’ ένα συμβολαιογράφο. Κοντά του έμαθε γράμματα. Πήγαινε και σχολείο κι έβγαλε το σχολαρχείο, γι’ αυτό ήξερε ορθογραφία και με βοηθούσε στα μαθήματα, όταν πήγαινα στο δημοτικό σχολείο. Όταν μεγάλωσε πήγε υπηρέτης σ’ ένα μπακάλικο και συνέχεια άνοιξε δικό του, μ’ ένα συγχωριανό του, τον Κ. Θεοδωρόπουλο. Μα ξέπεσε κι έμεινε χωρίς δουλειά.

Είχε παντρευτεί και για να ζήσει την οικογένειά του πήγε κοντά σ’ ένα σοβατζή. Όπως ήταν έξυπνος, γρήγορα έγινε μάστορας και έκτοτε ήταν ο κυρ-Σωτήρης ο σοβατζής. Πολλές φορές μας διηγιόταν τότε που ήταν μπακάλης και μας έδειχνε τα κατάστιχα του με τα βερεσέδια, που τα είχε φέρει στο σπίτι. Ακόμα στο σπίτι μας βρίσκεται ένα τραπέζι από το μπακάλικό του.

Τη μητέρα μου την έλεγαν Φωτεινή, κυρα-Φώτω. Ήταν η πρώτη κόρη του Γιάννη Κορωνιού και της Ελένης. Οι Κορωνιοί ήταν τρία αδέρφια, μαραγκοί, που είχαν έρθει από την Κορώνη να δουλέψουν όταν χτίστηκε το Διδασκαλείο στην Τρίπολη. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο παππούς από μητέρα του μεγάλου εμπόρου Ζελιώτη.

Εγώ γεννήθηκα στην Τρίπολη, στην ένδοξη Τροπολιτσά, στην καρδιά του κατακαημένου του Μοριά, στη συνοικία Μεταμορφώσεως. Ήμουν το τέταρτο παιδί. Το πρώτο και το δεύτερο ήταν αγόρι. Το τρίτο κορίτσι, η Γεωργία, που πέθανε δεκατριών χρονών, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού. Όμορφη και ευφυέστατη, καθώς έλεγε η μητέρα που τη θυμόταν μέχρι που πέθανε. Ήμουν το παιδί που γεννήθηκε στο σπίτι που έχτισε ο πατέρας. Τ’ άλλα, τα πρώτα, γεννήθηκαν σε νοικιάρικα. Ύστερα από μένα γεννήθηκαν η Βάσω, η Ελένη, η Μαρία και τελευταίος ο Μίμης. Τι χαρά όταν γεννήθηκε το αγόρι, ύστερα από πέντε κορίτσια! Σαν σε όνειρο θυμάμαι, ήταν 11 Νοέμβρη 1911 και ο πατέρας μας έφερε μισό ταγάρι κάστανα. Χαρούμενες τα τρώγαμε στον ήλιο.

Το σπίτι μας, όπου γεννήθηκα, ήταν μικρό στην αρχή, με δυό δωμάτια. Ύστερα ο πατέρας, που καλυτέρεψαν τα οικονομικά του, πρόσθεσε άλλες δύο κάμαρες. Έτσι έγιναν τέσσερις, που έβγαιναν σε μια γαλαρία ξύλινη, σκεπασμένη με τσίγκους. Όταν έβρεχε έτριζαν και τη νύχτα μας ξυπνούσαν. Είχε μεγάλη αυλή το σπίτι μας, μαζική με την αυλή του σπιτιού της θείας μου της Μαριγώς Καστραντά, αδερφής της μητέρας. Αυτή είχε τέσσερα παιδιά. Μαζί παίζαμε, άλλοτε μαλώναμε και κλαίγαμε, χωρίς οι μανάδες μας να συγχύζονται. «Παιδιά είναι», έλεγαν, «πάλι θα τα ξαναφτιάξουν». Ήταν πολύ αγαπημένες μέχρι που πέθαναν.

Το σπίτι είχε τη σάλα. Η μητέρα την κρατούσε πάντα καλοσυγυρισμένη και καθαρή. Κάθε γιορτή, έντυνε τον καναπέ και τις καρέκλες με κολλαρισμένα λευκά καρεκλόπανα. Προηγουμένως τα έβαζε μπουγάδα στην κοφίνα με αλισίβα. Όταν έχυνε την αλισίβα, όπως έλεγε, με φώναζε και μένα κι έριχνα το βραστό νερό στην κοφίνα, που είχε τα ρούχα σκεπασμένα με μια λινάτσα και πάνω στάχτη κοσκινισμένη.

Η σάλα άνοιγε των Φώτων, τ’ Αι-Γιαννιού και της Μεταμορφώσεως, γιορτή του πατέρα. Τη γιορτάζαμε πανηγυρικά με φουντούκια, μεζέ μπακαλιάρο και πολλά πεπόνια. Ήταν η εποχή τους. Τότε είχε χρήματα ο πατέρας, τα καλοκαίρια είχε πάντα δουλειά. Το απόγευμα ερχόταν ένας φουστανελάς, ο Λάσπινος κι έπαιζε τραγούδια με το βιολί του. Τι χαρές εμείς τα παιδιά! Ακόμα άνοιγε κι όταν ερχόταν κανένας ξένος για να του στρώσει η μητέρα να κοιμηθεί. Είχαμε πάντα μουσαφίρηδες, ιδίως από το χωριό του πατέρα. Κάθε Παρασκευή βράδυ, έρχονταν για το παζάρι του Σαββάτου με τ’ άλογα. Είχαμε χαρά που ερχόντουσαν, γιατί μας έφερναν πίτα ζυμωμένη με σιταρένιο αλεύρι, πολύ νόστιμη. Στ’ άλλα δωμάτια κοιμόμαστε. Στο τελευταίο τρώγαμε, το είχαμε σαν κουζίνα. Ένα δωμάτιο είχε και τζάκι. Το ανάβαμε το χειμώνα με κουτσούρες, που αγόραζε ο πατέρας από χωριανούς του. Το καλοκαίρι μαγειρεύαμε με ξύλα σε πρόχειρη κουζίνα στην αυλή και τρώγαμε στο κατώγι. Οι πόρτες των τριών δωματίων έβλεπαν προς το βοριά, στη γαλαρία κι έφερναν το χειμώνα πολύ κρύο. Η μητέρα, που ήταν προκομμένη και ήξερα να υφαίνει, αγόραζε λινάτσες από εμπορικά, καθαρές, τις ξήλωνε και το νήμα, που ήταν από λινάρι, το έπλενε, το έβαφε διάφορα χρώματα και με αυτό ύφαινε μπερντέδες και έβαζε στις πόρτες για να μην έρχεται το κρύο.

Τότε, τους χειμώνες, όπως και τώρα, στην Τρίπολη έκανε πολύ κρύο, χιόνια και παγωνιές. Τα κρύσταλλα, που πάγωναν μετά τη βροχή στις στέγες από κεραμίδια, έφταναν μέχρι τη γη. Εμείς τα παιδιά τα παίρναμε και τα γλείφαμε. Η μάνα μας φώναζε ότι θα αρρωστήσουμε, αλλά εμείς το βιολί μας. Στο δωμάτιο, που ήταν δίπλα στη σάλα και είχε το τζάκι, κοιμόμαστε τα παιδιά. Τ’ αγόρια, Γιάννης, Αλέκος, σ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι με μαύρο χρώμα, τα κορίτσια κάτω, που ήταν στρωμένο με ψάθα και από πάνω σάισμα μάλλινο.

Ψηλά, στον ανατολικό τοίχο, ήταν το εικονοστάσι. Ακόμα έχουμε τα εικονίσματα της μητέρας. Τη μεγάλη εικόνα με το Χριστό και τον Άι-Γιάννη. Στο εικονοστάσι κρεμόταν ένα κουτί που είχε μέσα τα στέφανα της μητέρας και του πατέρα. Κάποτε μικρή το άνοιξα. Είχε μέσα το προικοσύμφωνο, πόσα ρούχα και μόμολα έπαιρνε η μητέρα. Το καντηλάκι ήταν πάντα αναμμένο. Μόλις χτυπούσε η καμπάνα εσπερινό, όπου και να ήμαστε, η μητέρα μας φώναζε να το ανάψουμε. Αν δεν ήμαστε εκεί, άφηνε αυτή τη δουλειά της και το άναβε. Ποτέ δεν έμεινε η μάνα χωρίς δουλειά, χώρια από τις απαραίτητες δουλειές του σπιτιού, ύφαινε στον αργαλειό της, έπλεκε, μπάλωνε.

Κάθε πρωί δεν είχε γάλα, άλλο ρόφημα ή λιχουδιές, Ψωμάκι και τυρί, κι αυτό αν υπήρχε. Γλυκά σπάνια έφτιαχνε η μάνα μου. Μόνο το καλοκαίρι έφτιαχνε βύσσινο, που το φύλαγε όλο το χρόνο για τους ξένους, αν δεν το ξεμοναχιάζαμε κάποτε εμείς τα παιδιά να το φάμε. Πολλά βράδια, ο πατέρας έφερνε πεντεσπάνι από το καφενείο, όταν κέρδιζε. Τις περισσότερες φορές, δεν είχα κοιμηθεί, μου το έδινε, αλλά μου έλεγε να μην πω τίποτε στις άλλες, που κοιμόντουσαν. Όταν κι εγώ ήμουν κοιμισμένη, το πρωί μας το μοίραζε σ’ όλες η μάνα. Τα φαγητά μας ήταν πατάτες, χόρτα, όσπρια. Μόνο κάθε Κυριακή τρώγαμε κρέας. Ωστόσο ήμαστε γερά παιδιά και παχουλά. Μόνο η Ελένη ήτα αδύνατη και η μητέρα την έλεγε «κολλημένη». Ο Αλέκος ήταν μαύρος και τον λέγαμε «σκατάραπα». Επίσης μαύρος έγινε και ο Μίμης. Η Μαρία ήταν γαλανή, άσπρη και ροδοκόκκινη κι εγώ ήμουν αρκετά όμορφη. Ο παπα-Αντρέας, που έμενε απέναντι από το σπίτι μας και μ’ έκανε πολλές φορές γούστο για τις έξυπνες απαντήσεις μου, μ’ έλεγε «η ωραία».

Τις Σαρακοστές νηστεύαμε και περιμέναμε με αγωνία πότε θα έρθει το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα να φάμε κρέας και τυρί. Απέναντι από το σπίτι μας καθόταν η οικογένεια Ευγενίου Λαγοπάτη, συνταξιούχου του δημοσίου, που είχε δύο παιδιά, την Κική και το Χρίστο. Αυτοί δε νήστευαν. Κάθε Κυριακή πήγαιναν κρέας στο φούρνο με πατάτες, μακαρόνια ή ρύζι. Η Κική, πολλές φορές, μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε μαζί στο φούρνο να το πάρουμε έτοιμο. Τότε έλεγα μέσα μου: «Αυτοί είναι κολασμένοι που τρώνε τη Σαρακοστή». Ύστερα, μου το βεβαίωνε και η μάνα μου, πως όντως αυτοί είναι αμαρτωλοί. Πάντως, ήθελα να έτρωγα τότε από κείνο το μεζέ και ας πήγαινα στην κόλαση.

(συνεχίζεται)

Της +Ευγενίας Καραγιαννοπούλου-Καλαμπόκη (1901-2000)

odosarkadias.gr

Προσθήκη σχολίου

Επιστροφή στην κορυφή

Διαβάστε επίσης...