Menu
RSS
Κυριακή, 19/11/2017
kalimera-arkadia logo
kalimera Arkadia Facebook pageKalimera Arkadia TwitterKalimera Arkadia YouTube channel

Οι παιδικοί μου χειμώνες!

Οι παιδικοί μου χειμώνες!

Γράφει: Γεωργία Κακαρίκου. Εκπαιδευτικός

Δεκέμβρης και η φύση ξεθωριάζει. Ο χειμώνας χτυπάει το τζάμι, οι νύχτες βυθίζονται στο σκοτάδι και εγώ πίσω από το τζάμι, "ταξιδεύω" στους παιδικούς μου χειμώνες!
Τότε, όταν ήμουν παιδί, όταν έπιανε ανεμόβροχο και κράταγε για μέρες, αντάριαζε ο τόπος. Άνοιγε ο ουρανός από τις αστραπές και τα μπουμπουνητά και τραντάζανε τα σπίτια μας, σα σεισμός. Κι όταν μας έπιανε η βροχή στο δρόμο, τρέχαμε να βρούμε υπόστεγο - εξώστη να μπούμε από κάτω για να μη γίνουμε μούσκεμα. Όταν φύσαγε άκουγες να περνάει απ΄ τις χαραματιές της πόρτας το σφύριγμα του αέρα και λούφαζες. Στο δρόμο για το σχολειό, ένοιωθες τον αέρα να περνάει από τα ρούχα σου και να σε σπρώχνει προς τα πίσω. Και τι αντίσταση να κρατήσεις μικρό παιδί; Οι μεγάλοι στα συναπαντήματα σχολίαζαν τον καιρό με εκφράσεις όπως: «πήρε ένα περίδρομο», «παίρνει και τα αγκωνάρια», «δε βγαίνει άνθρωπος απ΄ τη πόρτα του», «σηκώνει και τiς πέτρες», «παίρνει και τα θέμελα» και παρακαλούσαν να βγάλει ένα «μάτι ήλιο» και να φυσήξει «ένα δράμι αέρα» για να στεγνώσουμε.

Στο σχολείο κολλούσαμε στο τζάμι το μουτράκι μας και το χουχουλίζαμε για να το θολώσουμε. Μας άρεσε μετά να το καθαρίζουμε με τα χέρια μας ή να γράφουμε πάνω στον αχνό και να ζωγραφίζουμε με τα δάχτυλα και μετά τα σκουπίζαμε. Χαζεύαμε το νερό που έπεφτε και γιόμιζε τις λακκούβες στους δρόμους, μετά πατούσαμε μέσα και πλατσουρίζαμε στα νερά και μπάζανε τα παπούτσια μας, ύστερα τρώγαμε ξύλο από τη μαμά μας που μας περίμενε με τις τηγανίτες τις ζεστές στο σπίτι πριν τη φασολάδα. Αξέχαστες τηγανίτες με ζάχαρη από πάνω, σαν το τηγανόψωμο που είχαμε τη μέρα που φουρνίζαμε το φρέσκο ψωμί. Το βράδυ, μες την απόλυτη ησυχία, απολαμβάναμε τον ήχο που έκανε η δυνατή βροχή πέφτοντας με ορμή στο τσιμέντο και το διακοπτόμενο βουητό του αέρα. Ο κρότος απ΄ το χαλάζι που έπεφτε στα κεραμίδια και στους τσίγκους ήταν σαν κάποιος να πέταγε πέτρες. Και όταν ακούγονταν ο βρόντος της αστραπής που έπεφτε στα λαγκάδια, εγώ ανακουφισμένη και ασφαλής που οι πέτρες, το νερό και τ’ αστροπελέκια δε με βρίσκουν μέσα στο σπίτι και στο ζεστό μου κρεβατάκι, δεν χόρταινα να ακούω το νερό και τον αέρα. Σκεφτόμουν τα πουλιά και τα ζώα που είναι έξω και βασανίζονται και κρυώνουν και τα έκανα εικόνα όλα αυτά και τα έκλεινα στο μυαλό μου και τα έβλεπα στον ύπνο μου.

Τότε η μαμά ερχόταν να με σκεπάσει και να με καληνυχτίσει, μετά με σταύρωνε, με φιλούσε και μου έλεγε «μη σκιάζεσαι» , κι έπεφτε επιτέλους κι εκείνη για ύπνο. 
Όταν κόπαζαν τα μπουμπουνητά και τα αστροπελέκια και έβρεχε με ήλιο, κυνηγάγαμε το ουράνιο τόξο για να μετρήσουμε τα χρώματα. 

Όταν ο καιρός όμως ήταν στο χιονιά (Βοριάς) φυσούσε και έκανε πολύ κρύο. Τότε μαζευόμασταν όλοι στο παραγώνι του σπιτιού δίπλα στο τζάκι, όπου σπιθοβολούσαν τ΄ αναμμένα κούτσουρα. Eκεί κάποιος έψηνε κάστανα στη θράκα, άλλος φρόντιζε το φαΐ στη φωτιά. Η γιαγιά καθισμένη στο χαμηλό ξυλὀσκαμνο έλεγε, ιστορίες γνέθοντας με τέχνη τη ρόκα της για να βγάλει το στημόνι. Κι εγώ κοίταζα νυσταγμἐνα το αδράχτι με το σφοντύλι που στροβιλιζόταν και άκουγα πλάθοντας εικόνες με τα μάτια της φαντασίας μου. Έτσι παίρνανε χρώμα οι ιστορίες της γιαγιάς και μοιάζανε αληθινές.
Από το σπίτι βγαίναμε μόνο για τις απολύτως απαραίτητες εξόδους, σχολειό για τα παιδιά και καφενείο για τους άνδρες. Το καφενείο που θα το ΄λεγες και «μικρή βουλή», ήταν ένας τόπος όπου έβρισκαν ξεκούραση κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα μέσα στον καπνό, εκεί που η φαντασία αποκοιμιέται και η σκέψη νανουρίζεται από το μουρμουρητό της ξυλόσομπας και το μονότονο «τικ-τακ» του ρολογιού. 

Και ποιος δε θυμάται τα χιόνια με την εκτυφλωτική ασπράδα, που έφθαναν πάνω από μισό μέτρο και πάγωναν οι δρόμοι, πάγωναν τα χιόνια κι αλίμονο αν πάνω στο παγωμένο χιόνι έπεφτε κι άλλο φρέσκο χιόνι. Μεγάλωνε η παγωνιά, και τα κρούσταλλα στα κεραμίδια κρέμονταν μέχρι και μισό μέτρο. Τότε τα παιδιά γκρέμιζαν µε πέτρες τα κρυστάλλινα αυτά «γλειφιτζούρια» για να παίξουν. Το σχολείο όμως δεν το γλυτώναμε, έβγαιναν οι γονείς στους δρόμους με τα φτυάρια και άνοιγαν διαδρόμους στα χιόνια. Η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη κι όλα γύρω με έντονα σκούρα χρώματα. Τα λάχανα στον κήπο μαράγκιαζαν από το κρύο και καίγονταν τα λουλούδια στο μπαλκόνι. Το νερό κρυστάλλωνε στα βαρέλια και στις ποτίστρες και τα ζωντανά δε το άγγιζαν. Το νερό ήταν «κρούσταλο» κι ανατριχιάζαμε να νιφτούμε ! Ξυλιάζανε τα χέρια μας και δεν τα ορίζαμε, τα πόδια μας ήτανε «χιόνι», πάγωνε η ανάσα μας και βγάζαμε αχνό από το στόμα. Ζεστασιά στο σπίτι είχαμε μόνο από το αναμμένο τζάκι που άναβε από το πρωί, όχι μόνο για ζεστασιά, αλλά και για ψήσιμο και μαγείρεμα. Η φωτιά λαμπάδιαζε και η θράκα έφτανε να ψήσεις γουρούνι.

Και οι μεγάλοι μας συμβούλευαν: «Πυρώσου να ζεσταθείς», «Κάτσε στη γωνιά και «κουλουπώσου», σκεπάσου καλά να μη σε κόψει, « Βάλε μέσα τα μουσούδια σου να μη σε θερίσει», «Μη περπατάς ξεκάλτσωτος και πάρεις πούντα» … 
Και για να μη μας «κόψει» ντυνόμασταν καλά. Χοντρές κάλτσες, μάλλινη ζακέτα, αδιάβροχο για το σχολείο, σκούφια, γάντια και γαλότσες πλαστικές στα χιόνια. 
Και για να αντιμετωπίσουμε το κρύο του χειμώνα, μαγείρευαν τραχανά φασολάδες, γίγαντες γιαχνιστούς, σούπες από χοντρό κρέας και κότα, λάχανα παστό χοιρινό, λαχανόπιτες, τσιγαρίδες, μπακαλιάρο παστό ξαρμυρισμένο αποβραδίς, χυλοπίτες, κορκοφίγκι όταν γεννούσαν τα πρόβατα και χλωροτύρι. Τσάι του βουνού, χαμομήλι και γάλα πρόβειο ή γιδίσιο. 

Τέτοιους χειμώνες κανείς δεν μπορούσε να τους προβλέψει. Ούτε οι γιαγιάδες που διάβαζαν τα μερομήνια από τον Αύγουστο, ούτε τα σπασμένα κόκαλα που πόναγαν όταν άλλαζε ο καιρός, ούτε και τα πουλιά που προμήνυαν την καταιγίδα. Τώρα κανείς δεν κοιτάζει ουρανό. Τώρα ο χειμώνας είναι διαφορετικός, πιο μικρός, πιο ζεστός, πιο εύκολος, με άλλες ανέσεις, με άλλες εικόνες, με άλλες περιγραφές. Όχι επειδή άλλαξαν τα καιρικά φαινόμενα, αυτά παραμένουν ίδια ίσως και χειρότερα… Άλλαξαν όμως οι συνθήκες, τα μέσα, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα μέσα μεταφοράς, οι λέξεις, οι περιγραφές, τα συναισθήματα και οι άνθρωποι. 
Τώρα το χώμα υπάρχει μόνο στις γλάστρες κι οι δρόμοι γέμισαν με άσφαλτο.
Έτσι περνάει εύκολα, γρήγορα και άνετα ο ένας χειμώνας μετά τον άλλον. Όπως πέρασαν κι εκείνοι οι χειμώνες των παππούδων μας, των γονιών μας, των παιδικών μας χρόνων.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Επιστροφή στην κορυφή

Διαβάστε επίσης...