Του Πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κρυπωτού – Γενικού Αρχιερατικού της Ι. Μ. Μαντινείας και Κυνουρίας
Η περίοδος του Τριωδίου δεν είναι απλώς μια ακόμη εποχή μέσα στο εκκλησιαστικό έτος. Είναι ένα μεγάλο πνευματικό ταξίδι. Ένα προσκλητήριο επιστροφής. Ένα άγγιγμα της Εκκλησίας στην καρδιά του ανθρώπου που τον καλεί να ξυπνήσει, να σταθεί, να σκεφτεί, να μετανοήσει και να βαδίσει προς το Πάσχα όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά.
Το Τριώδιο αρχίζει με την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Και δεν είναι τυχαίο. Η Εκκλησία δεν ξεκινά με νηστεία, δεν ξεκινά με αυστηρότητα, δεν ξεκινά με κανόνες. Ξεκινά με μια εικόνα δύο άνθρωποι στέκονται μπροστά στον Θεό. Ο ένας αισθάνεται δίκαιος. Ο άλλος αισθάνεται αμαρτωλός. Ο ένας μιλά πολύ. Ο άλλος ψιθυρίζει μόνο μια φράση «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Εκεί αρχίζει το Τριώδιο. Στην ταπείνωση.
Η Εκκλησία θέλει να μας πει ότι το ταξίδι προς το Πάσχα δεν ξεκινά από την τελειότητα, αλλά από τη συντριβή. Δεν ξεκινά από την αρετή, αλλά από την επίγνωση της αδυναμίας. Γιατί μόνο ο άνθρωπος που καταλαβαίνει ποιος είναι, μπορεί να ζητήσει πραγματικά τον Θεό. Από εκεί και πέρα ανοίγεται μπροστά μας μια περίοδος τριών εβδομάδων προετοιμασίας για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δεν είναι μια τυπική προετοιμασία. Είναι μια εσωτερική παιδαγωγία.
Η δεύτερη μεγάλη στάση είναι η Κυριακή του Ασώτου. Εκεί ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του μέσα στην ιστορία ενός παιδιού που έφυγε από το σπίτι του πατέρα του. Και ας είμαστε ειλικρινείς. Όλοι κάποια στιγμή φύγαμε. Άλλοι με μεγάλες πτώσεις, άλλοι με μικρές απομακρύνσεις. Άλλοι με πράξεις, άλλοι με σκέψεις. Άλλοι με αμαρτίες φανερές και άλλοι με μια ψυχρότητα που μπήκε μέσα στην καρδιά μας. Κι όμως, η πιο δυνατή εικόνα δεν είναι η πτώση του παιδιού. Είναι η στάση του πατέρα. Περιμένει. Δεν κλείνει την πόρτα. Δεν διαγράφει. Δεν τιμωρεί. Τρέχει. Αγκαλιάζει. Δακρύζει. Αυτή είναι η καρδιά του Θεού. Και η Εκκλησία, μέσα από αυτή την Κυριακή, θέλει να μας πει ότι όλη η πορεία του Τριωδίου είναι μια επιστροφή στο σπίτι. Δεν είναι μια πορεία φόβου. Είναι μια πορεία αγάπης.
Ύστερα έρχεται η Κυριακή της Κρίσεως. Εκεί ο άνθρωπος συγκλονίζεται. Γιατί καταλαβαίνει ότι η ζωή δεν είναι κάτι που περνά και χάνεται. Η ζωή είναι ευθύνη. Είναι επιλογή. Είναι στάση. Και το κριτήριο που θέτει ο Χριστός είναι απλό και συνταρακτικό η αγάπη. Πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και μου δώσατε να πιω. Ήμουν μόνος και με θυμηθήκατε. Εκεί η Εκκλησία μας λέει κάτι βαθύ. Δεν θα κριθούμε για το πόσο μιλήσαμε για τον Θεό, αλλά για το πόσο αγαπήσαμε τον άνθρωπο.
Και ύστερα έρχεται η Κυριακή της Συγχωρήσεως. Εκεί τελειώνει η πρώτη φάση και ανοίγει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Εκεί στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον και λέμε «Συγχώρησέ με». Και αυτό δεν είναι τυπικό. Είναι το κλειδί. Γιατί δεν μπορεί να μπει κανείς στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή με βάρος στην καρδιά. Δεν μπορεί να νηστεύει το στόμα και να κρατά μνησικακία η ψυχή. Δεν μπορεί να κάνει μετάνοιες και μέσα του να καίγεται από θυμό. Και έτσι αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Έξι εβδομάδες αγώνα. Έξι εβδομάδες σιωπής. Έξι εβδομάδες εσωτερικής εργασίας.
Πολλοί νομίζουν ότι η Τεσσαρακοστή είναι μόνο η νηστεία. Αλλά η νηστεία είναι απλώς το πρώτο βήμα. Είναι ένα μέσο. Είναι ένας τρόπος να θυμηθεί ο άνθρωπος ότι δεν ζει μόνο με το ψωμί. Ότι υπάρχει και άλλη πείνα. Πείνα για αγάπη. Πείνα για ειρήνη. Πείνα για Θεό. Η προσευχή γίνεται πιο βαθιά. Οι ακολουθίες πιο κατανυκτικές. Οι ύμνοι πιο συγκινητικοί. Ο άνθρωπος αρχίζει να κοιτάζει μέσα του. Και εκεί συναντά πολλά. Πληγές. Φόβους. Λάθη. Κούραση. Αμαρτίες. Αλλά συναντά και κάτι άλλο την ανάγκη του για τον Θεό.
Αυτό είναι το μεγάλο δώρο του Τριωδίου. Σε αναγκάζει να σταθείς. Να μην τρέχεις. Να μην ξεχνιέσαι. Να μην κρύβεσαι.
Και όσο προχωρά η πορεία, φτάνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Επτά ημέρες που δεν μοιάζουν με καμία άλλη περίοδο του χρόνου. Εκεί ο άνθρωπος δεν ακούει απλώς για τον Χριστό. Ζει μαζί Του. Τον βλέπει να προδίδεται. Τον βλέπει να δικάζεται. Τον βλέπει να σηκώνει τον Σταυρό. Τον βλέπει να συγχωρεί. Τον βλέπει να πεθαίνει. Και μέσα σε αυτό το δράμα, ο άνθρωπος καταλαβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Ότι ο Θεός δεν έμεινε μακριά από τον πόνο μας. Μπήκε μέσα σε αυτόν. Έγινε άνθρωπος. Πόνεσε. Δάκρυσε. Σταυρώθηκε.
Και τότε έρχεται η νύχτα της Ανάστασης. Και όλη αυτή η πορεία, από την ταπείνωση του Τελώνη μέχρι τον Σταυρό, φωτίζεται από ένα φως. Το φως της Ανάστασης. Τότε καταλαβαίνουμε γιατί υπήρξε το Τριώδιο. Γιατί υπήρξε η Τεσσαρακοστή. Γιατί υπήρξε ο αγώνας. Γιατί υπήρξε η σιωπή. Γιατί υπήρξε η μετάνοια.
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να χαρεί αληθινά το «Χριστός Ανέστη».
Αδελφοί μου, το Τριώδιο είναι μια πρόσκληση. Δεν είναι υποχρέωση. Είναι ένα άνοιγμα της αγκαλιάς της Εκκλησίας. Είναι μια φωνή που λέει «Έλα όπως είσαι». Με τις πληγές σου. Με τα λάθη σου. Με την κούρασή σου. Με τις πτώσεις σου. Δεν ζητά ο Θεός να είσαι έτοιμος. Ζητά να θέλεις.
Αυτό το ταξίδι είναι βαθιά προσωπικό. Ο καθένας το ζει αλλιώς. Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Άλλος με δάκρυα. Άλλος με σιωπή. Άλλος με αγώνα. Αλλά όλοι μαζί βαδίζουμε προς το ίδιο τέλος. Προς την Ανάσταση.
Και ίσως το πιο μεγάλο μήνυμα αυτής της περιόδου είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος. Η Εκκλησία τον παίρνει από το χέρι και τον οδηγεί σιγά σιγά. Με τα Ευαγγέλια. Με τους ύμνους. Με τη νηστεία. Με τη συγχώρηση. Με την προσευχή.
Από τον εγωισμό στην ταπείνωση.
Από τη σκληρότητα στην αγάπη.
Από τη λήθη στη μνήμη του Θεού.
Από το σκοτάδι στο φως.
Και τότε καταλαβαίνουμε ότι το Τριώδιο δεν είναι μια περίοδος λύπης. Είναι μια περίοδος επιστροφής. Είναι μια περίοδος θεραπείας. Είναι μια περίοδος που η καρδιά μαλακώνει και ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον δρόμο του.
Γιατί στο τέλος, όλη αυτή η πορεία έχει έναν μόνο σκοπό, να αναστηθεί ο Χριστός μέσα μας. Να ξαναγεννηθεί η ελπίδα. Να νικήσει η αγάπη. Να φωτιστεί η ζωή.
Και τότε το Πάσχα δεν θα είναι απλώς μια γιορτή. Θα είναι εμπειρία. Θα είναι ζωή. Θα είναι η στιγμή που ο άνθρωπος θα νιώσει ότι, μετά από μια μεγάλη πορεία, γύρισε στο σπίτι του.






